ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΕΙΣ ΚΕΡΑΤΟΕΙΔΟΥΣ

Τι είναι η μεταμόσχευση κερατοειδούς;

Το διαυγές πρόσθιο τμήμα του ματιού ονομάζεται κερατοειδής χιτώνας. Η μεταμόσχευση κερατοειδούς (κερατοπλαστική) είναι η χειρουργική αντικατάσταση του κερατοειδούς που πάσχει με έναν υγιή που προέρχεται από πτωματικό δότη, δηλαδή από έναν άνθρωπο που απεβίωσε και τα όργανά του δωρίστηκαν με σκοπό να μεταμοσχευτούν. Η επέμβαση αυτή χρειάζεται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει:

Στην Ελλάδα, λόγω της έλλειψης οργανωμένων τραπεζών οφθαλμών, αλλά και λόγω της έλλειψης δωρητών, τα μοσχεύματα (grafts) προέρχονται συνήθως από τράπεζες οφθαλμών του εξωτερικού. Οι τράπεζες αυτές διαθέτουν πολύ αυστηρούς κανονισμούς λειτουργίας, παρέχοντας τα μοσχεύματα μόνο έπειτα από λεπτομερή και πλήρη έλεγχο. Στις συνηθισμένες μεταμοσχεύσεις κερατοειδούς δεν απαιτείται έλεγχος ιστοσυμβατότητας.

Ποιές είναι τα είδη κερατοπλαστικής;

Ανάλογα με το τμήμα του κερατοειδούς που μεταμοσχεύεται, διακρίνουμε την κερατοπλαστική σε:

1. ΔΙΑΜΠΕΡΗ (ΟΛΙΚΗ) - PENETRATING KERATOPLASTY (PK)

2. ΠΡΟΣΘΙΑ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗ - DEEP ANTERIOR LAMELLAR KERATOPLASTY (DALK)

3. ΟΠΙΣΘΙΑ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗ (ΕΝΔΟΘΗΛΙΑΚΗ)

1. ΔΙΑΜΠΕΡΗΣ (ΟΛΙΚΗ) ΚΕΡΑΤΟΠΛΑΣΤΙΚΗ (PK)

Στη διαμπερή κερατοπλαστική αφαιρείται ολόκληρο το κεντρικό μέρος του πάσχοντος κερατοειδούς με ειδικά αυτοματοποιημένα τρυπάνια και αντικαθίσταται με το αντίστοιχο μέρος του μοσχεύματος. Στη συνέχεια γίνεται συρραφή του μοσχεύματος στον κερατοειδή του λήπτη με τη χρήση πολύ λεπτών ραμμάτων.

Η επέμβαση διαρκεί περίπου μία ώρα και γίνεται συνήθως με γενική αναισθησία, μπορεί όμως να πραγματοποιηθεί και με τοπική αν συντρέχουν λόγοι υγείας που αποκλείουν τη γενική νάρκωση. Η μετεγχειρητική αγωγή περιλαμβάνει αντιβιοτικά και κορτιζονούχα κολλύρια και δεν χρειάζεται συστηματική χρήση ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων για να αποφευχθεί η απόρριψη του μοσχεύματος.

2. ΠΡΟΣΘΙΑ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗ ΚΕΡΑΤΟΠΛΑΣΤΙΚΗ (DALK)

Στην επέμβαση αυτή γίνεται αντικατάσταση μόνο του προσθίου τμήματος του πάσχοντος κερατοειδούς διατηρώντας την εσωτερική του στοιβάδα που ονομάζεται ενδοθηλιακή (endothelium). Αυτή η τεχνική ενδείκνυται σε παθήσεις του κερατοειδούς όπου το ενδοθήλιο παραμένει υγιές, όπως σε τραυματικές ή μολυσματικές ουλές και στον κερατόκωνο. Το μόσχευμα συρράπτεται και εδώ με πολύ λεπτά ράμματα στον κερατοειδή του λήπτη, όπως και στη διαμπερή κερατοπλαστική.

Η επέμβαση διαρκεί περίπου μιάμιση ώρα και γίνεται συνήθως με γενική αναισθησία, αλλά μπορεί να πραγματοποιηθεί και με τοπική αν συντρέχουν λόγοι υγείας που αποκλείουν τη γενική νάρκωση. Η μετεγχειρητική αγωγή περιλαμβάνει αντιβιοτικά και κορτιζονούχα κολλύρια και δεν χρειάζεται συστηματική χρήση ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων για να αποφευχθεί η απόρριψη του μοσχεύματος.

Τα πλεονεκτήματα της τεχνικής αυτής είναι:

Μειονέκτημά της είναι η τεχνική δυσκολία της, με αποτέλεσμα να χρειάζεται κάποιες φορές να καταφύγουμε σε ολική κερατοπλαστική κατά τη διάρκεια του χειρουργείου.

3. ΟΠΙΣΘΙΑ ΤΜΗΜΑΤΙΚΗ (ΕΝΔΟΘΗΛΙΑΚΗ) ΚΕΡΑΤΟΠΛΑΣΤΙΚΗ (DSAEK, DMEK)

Οι δύο αυτές επεμβάσεις είναι ουσιαστικά παραλλαγές της ίδιας τεχνικής κατά την οποία το μόσχευμα αντικαθιστά μόνο την εσωτερική στοιβάδα του κερατοειδούς (ενδοθηλιακή στοιβάδα) που έχει βλάβη, αφήνοντας στη θέση του το υγιές πρόσθιο τμήμα του πάσχοντος κερατοειδούς. Ενδείκνυται σε παθήσεις που υπάρχει οίδημα στον κερατοειδή όπως η μετεγχειρητική φυσαλιδώδης κερατοπάθεια και η δυστροφία του Fuchs.

Η επέμβαση πραγματοποιείται μέσω μικρών περιφερικών τομών και δεν χρησιμοποιούνται τρυπάνια, όπως στις δύο προηγούμενες τεχνικές. Επίσης, απαιτείται πολύ μικρότερος αριθμός ραμμάτων γιατί το μόσχευμα δεν συρράπτεται στον κερατοειδή του λήπτη αλλά "συγκολλάται" σε αυτόν με τη βοήθεια αέρα (υπό πίεση) που εισάγεται στο εσωτερικό του ματιού και παραμένει σε αυτό για μερικές ημέρες.

Η κερατοπλαστική αυτή διαρκεί περίπου μία ώρα και γίνεται συνήθως με τοπική αναισθησία. Ο ασθενής έτσι μπορεί να γυρίσει σπίτι του μερικές ώρες μετά το χειρουργείο και δεν χρειάζεται να παραμείνει το βράδυ στο νοσοκομείο. Η μετεγχειρητική αγωγή περιλαμβάνει αντιβιοτικά και κορτιζονούχα κολλύρια και δεν χρειάζεται συστηματική χρήση ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων για να αποφευχθεί η απόρριψη του μοσχεύματος.

Τα πλεονεκτήματα της τεχνικής αυτής είναι:

Tι πρέπει να γνωρίζετε:

- Μετά το χειρουργείο ο κερατοειδής επουλώνεται αργά και η οπτική οξύτητα βελτιώνεται προοδευτικά για αρκετούς μήνες. Στο διάστημα αυτό ο ασθενής πρέπει να χρησιμοποιεί κορτιζονούχα κολλύρια για να αποφευχθεί η απόρριψη του μοσχεύματος. Η πλήρης επούλωση και η τελική αποκατάσταση της όρασης μπορεί να διαρκέσει 6-12 μήνες στην περίπτωση της διαμπερούς και πρόσθιας τμηματικής κερατοπλαστικής, ενώ στην περίπτωση της ενδοθηλιακής κερατοπλαστικής η αποκατάσταση της όρασης είναι πολύ πιό γρήγορη.

- Στις κερατοπλαστικές που γίνεται χρήση ραμμάτων για τη στήριξη του μοσχεύματος (διαμπερή και πρόσθια τμηματική κερατοπλαστική) προκύπτει συνήθως σημαντικός αστιγματισμός μετά το χειρουργείο. Ο αστιγματισμός αυτός είναι κατά μέσο όρο 3-5 βαθμούς και μπορεί να παραμείνει και μετά την αφαίρεση των ραμμάτων. Αυτό καθιστά δύσκολη τη βέλτιστη τελική όραση χωρίς γυαλιά ή φακούς επαφής, αλλά μπορεί να αντιμετωπισθεί με τη χρήση laser ή με μία μικρή επέμβαση που ονομάζεται αστιγματική κερατοτομή, αφού ολοκληρωθεί η επούλωση και αφαιρεθούν τα ράμματα.

- Οι μεταμοσχεύσεις κερατοειδούς είναι από τις πιο συχνές μεταμοσχευτικές επεμβάσεις που πραγματοποιούνται και έχει πολύ υψηλά ποσοστά επιτυχίας (τα ακριβή ποσοστά ποικίλουν ανάλογα με την πάθηση, π.χ. είναι 95% για τον κερατόκωνο).

- Η βιωσιμότητα των μοσχευμάτων κερατοειδούς είναι συνήθως 10-15 έτη, αν και μπορεί να διαρκέσουν για πολύ παραπάνω. Οι κυριότεροι λόγοι που τα μοσχεύματα αποτυγχάνουν είναι η απόρριψη και η γήρανσή τους (late failure).

- Τα περισσότερα επεισόδια απόρριψης συμβαίνουν τα δύο πρώτα χρόνια μετά την επέμβαση. Η πιθανότητα απόρριψης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πάθηση που προκάλεσε τη βλάβη στον κερατοειδή, την ύπαρξη φλεγμονής, την ηλικία του ασθενούς αλλά και το είδος της κερατοπλαστκής. Για παράδειγμα, το μέσο ποσοστό απόρριψης μετά από ολική κερατοπλαστική για φυσαλιδώδη κερατοπάθεια είναι 20%. Για την ίδια πάθηση μετά από ενδοθηλιακή κερατοπλαστική, το ποσοστό αυτό μειώνεται στο 12%. Το ποσοστό απόρριψης μετά από πρόσθια τμηματική κερατοπλαστική για κερατόκωνο είναι κάτω από 5%.

Ακόμα κι αν συμβεί απόρριψη, τις περισσότερες φορές είναι αναστρέψιμη αν αντιμετωπισθεί γρήγορα και σωστά από ειδικό οφθαλμίατρο. Αν το μόσχευμα καταστραφεί, μπορεί να αντικατασταθεί με καινούριο με παρόμοια ποσοστά επιτυχίας.

- Μετά τα 5 χρόνια από την επέμβαση, η πιθανότερη αιτία απώλειας του μοσχεύματος είναι η γήρανσή του. Η ύπαρξη γλαυκώματος αποτελεί σημαντική αιτία επιτάχυνσης της γήρανσης αυτής, ειδικά αν χρειάζεται να αντιμετωπιστεί χειρουργικά.

- Όπως σε κάθε χειρουργική επέμβαση, έτσι και στις κερατοπλαστικές, υπάρχει η πιθανότητα επιπλοκών. Αυτές, όπως και σε κάθε άλλη ενδοφθάλμια επέμβαση (π.χ. αφαίρεση καταρράκτη), είναι: μόλυνση, φλεγμονή, αιμορραγία, αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης, πρόκληση καταρράκτη και αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς. Οι επιπλοκές αυτές είναι σπάνιες και τις περισσότερες φορές αντιμετωπίσιμες.

Back to Top