ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΗ ΒΛΑΣΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ ΚΕΡΑΤΟΕΙΔΟΥΣ

Μεταμόσχευση βλαστικών κυττάρων κερατοειδούς

Τι είναι τα βλαστικά κύτταρα;

Η επιφανειακή στιβάδα του κερατοειδούς ονομάζεται επιθηλιακή και αποτελείται από περίπου 6 στρώματα κυττάρων. Τα κύτταρα της στιβάδας αυτής αναγεννώνται από τον πολλαπλασιασμό ειδικών κυττάρων που ονομάζονται βλαστικά κύτταρα και βρίσκονται στην περιφέρεια του κερατοειδούς, στο σημείο που αυτός ενώνεται με τον επιπεφυκότα και τον σκληρό χιτώνα (σκληροκερατοειδικό όριο). Η παρουσία των βλαστικών κυττάρων στην περιφέρεια του κερατοειδούς είναι σημαντική όχι μόνο για την ανανέωση των επιθηλιακών κυττάρων, αλλά και για να εμποδίζεται η εξάπλωση του επιθηλίου και των αγγείων του επιπεφυκότα επάνω στον κερατοειδή, διασφαλίζοντας έτσι την ομαλότητα και τη διαφάνεια του τελευταίου.

Τι συμβαίνει όταν υπάρχει ανεπάρκεια βλαστικών κυττάρων;

Σε ασθενείς με ανεπάρκεια βλαστικών κυττάρων, το επιθήλιο του παρακείμενου επιπεφυκότα μαζί με τα αγγεία του μπορεί να περάσει το σκληροκερατοειδικό όριο και να καλύψει την επιφάνεια του κερατοειδούς. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να χαθεί η ομαλότητα της οφθαλμικής επιφάνειας και να προκαλείται ερεθισμός και αίσθημα ξένου σώματος στον ασθενή. Επίσης, η είσοδος των αγγείων του επιπεφυκότα προκαλεί θόλωση της επιφάνειας του κερατοειδούς και οδηγεί σε σημαντική μείωση της οπτικής οξύτητας. Το επιθήλιο του επιπεφυκότα έχει μεγαλύτερη διαπερατότητα και μικρότερη πρόσφυση στον υποκείμενο ιστό από το αντίστοιχο του κερατοειδούς. Η αυξημένη διαπερατότητα επιτρέπει την εναπόθεση αλάτων ασβεστίου στο στρώμα του κερατοειδούς, με την πάροδο του χρόνου, οδηγώντας τον σε εκφύλιση, ενώ η είσοδος φλεγμονωδών κυττάρων από το στρώμα των δακρύων οδηγεί σε χρόνια φλεγμονώδη αντίδραση και περαιτέρω θόλωση. Τέλος, η χαλαρή πρόσφυση του επιθηλίου του επιπεφυκότα πάνω στον κερατοειδή έχει ως αποτέλεσμα τη συχνή εμφάνιση επίπονων και επίμονων επιθηλιακών ελλειμμάτων που ενέχουν πάντα τον κίνδυνο δευτερογενούς μικροβιακής επιμόλυνσης.

Η βαρύτητα των παραπάνω συμπτωμάτων εξαρτάται από την έκταση της ανεπάρκειας των βλαστικών κυττάρων. Αυτή μπορεί να είναι μερική και τότε περιγράφεται σε ώρες έκτασης (όλη η περιφέρεια του κερατοειδούς χωρίζεται σε 12 ώρες, όπως σε ένα ρολόι), ή ολική. Ως προς την αντιμετώπισή της έχει επίσης μεγάλη σημασία το αν είναι ετερόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη.

Ποιές είναι οι αιτίες της ανεπάρκεια των βλαστικών κυττάρων;

Η ανεπάρκεια των βλαστικών κυττάρων μπορεί να είναι κληρονομική ή επίκτητη. Οι ανεπάρκειες που οφείλονται σε κληρονομικά αίτια έχουν βαρύτερη πρόγνωση γιατί είναι σχεδόν πάντα ολικές και αμφοτερόπλευρες.

Κληρονομικά αίτια

Επίκτητα αίτια

Πως γίνεται η διάγνωση της ανεπάρκεια των βλαστικών κυττάρων;

Η διάγνωση είναι συνήθως κλινική. Επειδή το επιθήλιο του επιπεφυκότα είναι πιο διαπερατό σε σχέση με το κερατοειδικό επιθήλιο, χρωματίζεται πιο έντονα από τις χρωστικές που χρησιμοποιούμε στην οφθαλμολογική εξέταση και παρουσιάζει χαρακτηριστική στικτή εικόνα. Η κλινική αυτή εικόνα μπορεί να επιβεβαιωθεί εργαστηριακά με την ανεύρεση συγκεκριμένων κυττάρων και κυτταρικών πρωτεϊνών στο πάσχον κερατοειδικό επιθήλιο που, φυσιολογικά, θα βρίσκονταν μόνο στον επιπεφυκότα. Για αυτό τον σκοπό χρησιμοποιείται το confocal microscope που επιτρέπει τη μελέτη του πάσχοντος επιθηλίου in vivo χωρίς να χρειάζεται λήψη δειγμάτων. Αν χρειαστεί η λήψη κυτταρικών δειγμάτων, αυτή συνήθως γίνεται με μη επεμβατική μέθοδο που ονομάζεται impression cytology. Είναι σπάνιες οι περιπτώσεις που χρειάζεται βιοψία για να επιβεβαιωθεί η διάγνωση.

Πως αντιμετωπίζεται η ανεπάρκεια των βλαστικών κυττάρων;

Η συντηρητική θεραπεία για ήπιες ανεπάρκειες βλαστικών κυττάρων (στις οποίες δεν εμπλέκεται ο οπτικός άξονας και άρα δεν επηρεάζεται σημαντικά η όραση) ή σοβαρές ανεπάρκειες στις οποίες δεν επιθυμείται η χειρουργική αντιμετώπιση, περιλαμβάνει:

Η χειρουργική θεραπεία ενδείκνυται σε σοβαρές ανεπάρκειες των βλαστικών κυττάρων και το είδος της εξαρτάται από το αν η ανεπάρκεια είναι μερική ή ολική και ετερόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη.

Προκειμένου να μειωθεί η απώλεια βλαστικών κυττάρων από τον δότη οφθαλμό και έτσι η πιθανότητα πρόκλησης ανεπάρκειας σε αυτόν, νέες τεχνικές χρησιμοποιούν βλαστικά κύτταρα που έχουν πολλαπλασιαστεί ex vivo. Σε αυτές τις τεχνικές, μία μικρότερη περιοχή βλαστικών κυττάρων αφαιρείται από τον δότη οφθαλμό και τα κύτταρα που περιέχει πολλαπλασιάζονται επάνω σε αμνιακές μεμβράνες ή θρεπτικά υλικά στο εργαστήριο πριν μεταφερθούν στον πάσχοντα οφθαλμό. Μία ακόμα νεότερη τεχνική, η Simple Limbal Epithelial Transplantation (SLET), τοποθετεί τα βλαστικά κύτταρα σε αμνιακή μεμβράνη που είναι ήδη τοποθετημένη στην επιφάνεια του πάσχοντος οφθαλμού, παρακάμπτοντας τη χρήση του εργαστηρίου.

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι αν σε έναν οφθαλμό χρειάζεται να γίνει διαμπερής κερατοπλαστική και συνυπάρχει καθολική ανεπάρκεια βλαστικών κυττάρων, η επέμβαση είναι καταδικασμένη να αποτύχει εάν γίνει προηγουμένως δεν αποκατασταθεί η οφθαλμική επιφάνεια με μεταμόσχευση βλαστικών κυττάρων. Σε αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να προηγείται η αποκατάσταση της οφθαλμικής επιφάνειας και, αν αυτή είναι επιτυχής, να ακολουθήσει η διαμπερής κερατοπλαστική σε δεύτερο χρόνο.

Σε εξαιρετικά δύσκολες περιπτώσεις, όπου η ολική ανεπάρκεια βλαστικών κυττάρων συνδυάζεται με σοβαρή ξηροφθαλμία και φλεγμονή, οι πιθανότητες επιβίωσης των μεταμοσχευμένων βλαστικών κυττάρων είναι πολύ λίγες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η μόνη λύση είναι η Κερατοπρόσθεση (Boston Κeratoprosthesis ή osteo-odonto Κeratoprosthesis).

Back to Top