ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΠΤΕΡΥΓΙΟΥ

To πτερύγιο είναι ένα τριγωνικό στρώμα ινοαγγειακού ιστού, το οποίο διεισδύει στον κερατοειδή (το διαυγές πρόσθιο τμήμα του βολβού). Συνήθως εμφανίζεται στην εσωτερική γωνία του ματιού (ρινικά) και αναπτύσσεται αργά καλύπτοντας όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της επιφάνειας του κερατοειδούς, αν και μπορεί να παραμείνει σταθερό σε μέγεθος για πολλά χρόνια. Παρουσιάζεται συχνότερα σε άτομα που περνούν τον περισσότερο χρόνο τους στην ύπαιθρο, ιδίως σε θερμά κλίματα με μεγάλη ηλιοφάνεια. Η παρατεταμένη έκθεση στο ηλιακό φως, και ιδιαίτερα στην υπεριώδη ακτινοβολία, καθώς και ο χρόνιος ερεθισμός του ματιού από την ξηρότητα του περιβάλλοντος και την αυξημένη σκόνη, φαίνεται πως αποτελούν σημαντικούς αιτιολογικούς παράγοντες.

Η αντιμετώπιση του πτερυγίου είναι xειρουργική και ενδείκνυται είτε για κοσμητικούς λόγους (αν το πτερύγιο είναι μεγάλο και προκαλεί δυσμορφία), είτε γιατί προκαλεί μείωση της όρασης. Παρά τη χειρουργική αφαίρεση όμως, το πτερύγιο μπορεί να υποτροπιάσει ιδιαίτερα σε νεαρά άτομα. Η υποτροπή αυτή συνήθως συμβαίνει τον πρώτο χρόνο μετά το χειρουργείο. Αν το πτερύγιο επανεμφανιστεί, είναι συνήθως πιο επιθετικό από το αρχικό, αναπτύσσεται γρηγορότερα, φλεγμαίνει περισσότερο και, αν αφαιρεθεί, έχει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό υποτροπής από ότι μετά το πρώτο χειρουργείο. Για τους λόγους αυτούς, η τεχνική που θα επιλεγεί για την αφαίρεσή του είναι σημαντικό να έχει χαμηλά ποσοστά υποτροπής, δηλαδή υψηλά ποσοστά επιτυχίας.

Υπάρχουν 4 χειρουργικές τεχνικές με τις οποίες μπορεί να αφαιρεθεί ένα πτερύγιο:

1. Απλή αφαίρεση

Η απλή αφαίρεση του πτερυγίου (με ή χωρίς συρραφή της χειρουργημένης περιοχής) αποτελεί τη γρηγορότερη και λιγότερο επεμβατική από τις παραπάνω τεχνικές, αλλά παρουσιάζει και το μεγαλύτερο ποσοστό υποτροπής. Αυτό κυμαίνεται μεταξύ 25 - 75%, ανάλογα με τη δημοσιευμένη μελέτη, πρακτικά δηλαδή η πιθανότητα υποτροπής είναι 1 στα 2.

2. Αφαίρεση και τοπική προσθήκη μιτομυκίνης C

Η αφαίρεση με τοπική προσθήκη ειδικής φαρμακευτικής αγωγής, που ονομάζεται μιτομυκίνη C, έχει μικρότερα ποσοστά υποτροπής (5-45% ανάλογα με τη μελέτη) και δεν απαιτεί σημαντικά περισσότερο χρόνο από την απλή αφαίρεση. Αν και τα ποσοστά υποτροπής είναι μικρότερα από αυτά της απλής αφαίρεσης, παραμένουν υψηλά. Ένα άλλο πρόβλημα με αυτήν την τεχνική είναι η χρήση της μιτομυκίνης C, ενός κυτταροτοξικού φαρμάκου που μπορεί να προκαλέσει τήξη του σκληρού χιτώνα του ματιού και καταστροφή των βλαστοκυττάρων του επιθηλίου του κερατοειδούς, ιδιαίτερα αν δεν χρησιμοποιηθεί σωστά.

3. Αφαίρεση και κάλυψη της χειρουργημένης περιοχής με μόσχευμα αμνιακής μεμβράνης

Η αφαίρεση και κάλυψη της χειρουργημένης περιοχής με μόσχευμα αμνιακής μεμβράνης είναι μια σχετικά πρόσφατη τεχνική. Η αμνιακή μεμβράνη είναι ο εσωτερικός χιτώνας του πλακούντα μιας εγκυμονούσας γυναίκας. Λαμβάνεται κατά το τέλος της προγραμματισμένης καισαρικής τομής και στη συνέχεια υπόκειται σε ειδική επεξεργασία. Έχει πολλά πλεονεκτήματα όταν χρησιμοποιείται σαν ιστός κάλυψης επιφανειακών οφθαλμικών τραυμάτων γιατί δεν προκαλεί αντιγονική αντίδραση και γιατί κατέχει αντιφλεγμονώδη και επουλωτική δράση. Το μόσχευμα δεν χρειάζεται να συρραφεί στον παρακείμενο επιπεφυκότα, αλλά μπορεί απλά να στερεωθεί με ειδική κόλλα ινικής στον υποκείμενο σκληρό χιτώνα. Τα ποσοστά υποτροπής του πτερυγίου είναι 10-20%, σημαντικά χαμηλότερα από τις δύο προηγούμενες τεχνικές. Πλεονεκτήματα της τεχνικής αυτής είναι η αποφυγή σημαντικής μετεγχειρητικής φλεγμονής και το πολύ καλό αισθητικό αποτέλεσμα. Το μειονέκτημά της είναι το υψηλό κόστος της αμνιακής μεμβράνης στη χώρα μας.

4. Αφαίρεση και κάλυψη της χειρουργημένης περιοχής με αυτομόσχευμα από τον επιπεφυκότα.

Η αφαίρεση και κάλυψη της χειρουργημένης περιοχής με αυτομόσχευμα από τον επιπεφυκότα είναι η τεχνική με το μικρότερο ποσοστό υποτροπής, 3-5% στις περισσότερες δημοσιευμένες μελέτες, και θεωρείται το gold standard στη χειρουργική αφαίρεση του πτερυγίου διεθνώς. Το αυτομόσχευμα συνήθως προέρχεται από τον άνω βολβικό επιπεφυκότα που καλύπτεται φυσιολογικά από το άνω βλέφαρο. Μειονεκτήματα της τεχνικής αυτής είναι η μεγάλη χρονική της διάρκεια (1-1.5 ώρα), η τεχνική της δυσκολία και η σημαντική μετεγχειρητική φλεγμονή λόγω της έκτασης του χειρουργείου. Λόγω της τεχνικής της δυσκολίας είναι καλό να πραγματοποιείται από οφθαλμίατρο εξειδικευμένο στη χειρουργική του επιπεφυκότα.

Η επιλογή της σωστής τεχνικής πρέπει να γίνεται έπειτα από ενδελεχή ανάλυση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων της κάθε τεχνικής για τον συγκεκριμένο ασθενή, λαμβάνοντας πρωτίστως υπ όψιν τις ανάγκες του. 'Ολες οι παραπάνω τεχνικές μπορούν να πραγματοποιηθούν με τοπική αναισθησία και ο ασθενής μπορεί να επιστρέψει στο σπίτι μετά το χειρουργείο. Μετεγχειρητικά απαιτείται η χρήση αντιβιοτικού και κορτιζονούχου κολλυρίου για μερικές εβδομάδες (έως και 3 μήνες στην περίπτωση της κάλυψης με αυτομόσχευμα από τον επιπεφυκότα). Ο ασθενής πρέπει να επανεξεταστεί μετά από μία εβδομάδα, στον πρώτο μήνα και στους τρείς μήνες.

ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΕΡΑΤΟΚΩΝΟΥ

Υπάρχουν αρκετές θεωρίες σχετικά με τις αιτίες του κερατόκωνου ωστόσο καμία από αυτές δεν μπορεί να εξηγήσει εξ ολοκλήρου την εμφάνιση του. Η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι προκαλείται από έναν συνδυασμό παραγόντων, με τη γενετική και το περιβάλλον να παίζουν τον πιο σημαντικό ρόλο. Επειδή ένα υψηλό ποσοστό ασθενών με κερατόκωνο εμφανίζει συγχρόνως ατοπικά νοσήματα όπως η αλλεργική επιπεφυκίτιδα, το έντονο τρίψιμο των ματιών λόγω κνησμού θεωρείται επιβαρυντικός παράγοντας για την εξέλιξή του. Πρόσφατα όμως ο διακεκριμένος γάλλος οφθαλμίατρος DamienGatinel διατύπωσε την άποψη ότι το έντονο και χρόνιο τρίψιμο των ματιών είναι ο αναγκαίος και κύριος αιτιολογικός παράγοντας και όχι απλώς ένας από τους παράγοντες κινδύνου στην εξέλιξη του κερατόκωνου. Σύμφωνα με τη λεγόμενη “norub–nocone” θέση, ο κερατόκωνος δεν είναι μία κληρονομούμενη πάθηση του κερατοειδικού στρώματος αλλά το αποτέλεσμα της μόνιμης παραμόρφωσης του στρώματος του κερατοειδούς ως συνέπεια του χρόνιου τριψίματος ματιών με ευάλωτους κερατοειδείς. Για να υποστηρίξει αυτήν τη θέση, ο Gatinelσημειώνει ότι η κερατοειδική παραμόρφωση στον κερατόκωνο είναι ισομετρική και όχι εκτατική, δηλαδή δεν αλλάζει στην πραγματικότητα το μήκος της επιφάνειας του κερατοειδούς. Η περιοχή προβολής του κερατοειδούς συνοδεύεται με περιοχές επιπέδωσης, διατηρώντας έτσι το μήκος της κερατοειδικής επιφάνειας σταθερό, τουλάχιστον στα πρώιμα και μέσα στάδια της πάθησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε παθήσεις του ανθρώπινου σώματος όπως το σύνδρομο Marfan,όπουέχουμε ελάττωση της κολλαγονικής ισχύος και πραγματικήεκτατική παραμόρφωση των ιστών, όχι μόνο δεν υπάρχει αυξημένη συχνότητα κερατόκωνου αλλά αντιθέτως,αν και λεπτότεροι, αυτοί οι κερατοειδείς είναι συνήθως πιο επίπεδοι από το μέσο όρο. Η θέση αυτή καταλήγει στο ότι η εξέλιξη του κερατόκωνου μπορεί να αποτραπεί αν αυτοί οι ασθενείς σταματήσουν να τρίβουν τα μάτια τους. Το κατά πόσο αυτή η θεωρία είναι σωστή θα φανεί στο μέλλον, το σίγουρο όμως είναι ότι αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς την κατανόηση της παθοφυσιολογίας του κερατόκωνου.

Back to Top