ΕΓΧΕΙΡΗΣΗ ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗ

Πότε πρέπει να χειρουργείται ο καταρράκτης;

Η παλιά αντίληψη οτι ο καταρράκτης πρέπει να “ωριμάσει” για να χειρουργηθεί δεν ισχύει πια και μάλιστα αυτή η επιλογή αυξάνει τις πιθανότητες διεγχειρητικών και μετεγχειρητικών επιπλοκών. Ο χρόνος της επέμβασης εξαρτάται από τις οπτικές ανάγκες του ασθενή. Ο καταρράκτης πρέπει να χειρουργηθεί όταν ο ασθενής δυσκολεύεται πλέον να συνεχίσει τις καθημερινές του δραστηριότητες (π.χ. να διαβάσει ένα βιβλίο, να οδηγήσει ή να παρακολουθήσει τηλεόραση).

Υπάρχουν όμως και ιατρικοί λόγοι όπου ενδείκνυται η πρώιμη αφαίρεση του καταρρακτικού φακού ακόμα κι αν αυτός δεν δημιουργεί προβλήματα όρασης στον ασθενή. Μία τέτοια ένδειξη είναι το γλαύκωμα κλειστής γωνίας όπου το μέγεθος του φακού σε συνδυασμό με την ύπαρξη ενός στενού προσθίου θαλάμου, εμποδίζει την παροχέτευση του υδατοειδούς υγρού που βρίσκεται φυσιολογικά μέσα στο μάτι. Επίσης, σε ασθενείς με παθήσεις του βυθού που χρειάζονται συχνή παρακολούθηση και θεραπεία (όπως π.χ. η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια), ο φακός πρέπει να αφαιρείται όταν αρχίζει να θολώνει και να προκαλεί δυσκολία στη βυθοσκόπηση.

Τι απαιτείται πριν την εγχείρηση;

Πριν το χειρουργείο χρειάζεται να προσδιοριστεί η δύναμη του ενδοφακού που θα τοποθετηθεί. Ο ενδοφακός είναι ένας μικρός φακός από τεχνητό ακρυλικό υλικό που θα αντικαταστήσει τον καταρρακτικό φακό όταν αυτός αφαιρεθεί. Ο προσδιορισμός της ισχύος του ενδοφακού γίνεται με τη βοήθεια μιας εξέτασης που ονομάζεται βιομετρία. Η βιομετρία είναι μια απλή και γρήγορη διαδικασία που γίνεται με τη βοήθεια ενός ειδικού μηχανήματος, παρόμοιου με τη σχισμοειδή λυχνία που χρησιμοποιεί ο οφθαλμίατρος για να εξετάσει τα μάτια σας.

Μετά τη βιομετρία, η ισχύς του ενδοφακού που θα τοποθετηθεί επιλέγεται βάσει της επιθυμίας του ασθενούς για τη μετεγχειρητική χρήση γυαλιών. Αυτό σημαίνει ότι μια προϋπάρχουσα μυωπία, υπερμετρωπία ή αστιγματισμός μπορούν να διορθωθούν κατά την επέμβαση.

Ο ασθενής μπορεί να επιλέξει μεταξύ των:

Συνήθως οι ασθενείς διαλέγουν το πρώτο, αφού έτσι δεν θα χρειάζεται να φορούν γυαλιά τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Η δεύτερη επιλογή προτιμάται συνήθως από άτομα που διαβάζουν πολλές ώρες την ημέρα ή από μύωπες που έχουν συνηθίσει σε όλη τους τη ζωή να φορούν γυαλιά για μακριά.

Τα παραπάνω ισχύουν αν χρησιμοποιηθούν μονοεστιακοί ενδοφακοί, που είναι και οι συνηθέστεροι φακοί που χρησιμοποιούνται σήμερα. Αυτοί εστιάζουν σε μια μόνο απόσταση, οπότε πρέπει ο ασθενής να επιλέξει τι από τα δύο προτιμά. Αυτή η επιλογή δεν χρειάζεται να γίνει αν χρησιμοποιηθεί ένας πολυεστιακός ενδοφακός που επιτρέπει στον ασθενή να βλέπει σε όλες τις αποστάσεις ικανοποιητικά χωρίς την χρήση μετεγχειρητικών γυαλιών. Παρ’ότι αυτή η επιλογή φαντάζει ιδανική για τον ασθενή, οι πολυεστιακοί ενδοφακοί δεν στερούνται προβλημάτων και αυτά θα πρέπει να συζητηθούν με τον οφθαλμίατρό σας προτού αποφασίσετε το είδος του ενδοφακού που θα χρησιμοποιήσετε.

Η βιομετρία μας πληροφορεί και για την ύπαρξη αστιγματισμού που δεν οφείλεται στον καταρρακτικό φακό. Αν ο αστιγματισμός αυτός είναι σημαντικός (πάνω από έναν βαθμό) υπάρχει η δυνατότητα να μειωθεί ή και να εξαλειφθεί με το χειρουργείο του καταρράκτη. Αυτό μπορεί να γίνει είτε με μικρές τομές στον κερατοειδή κατά τη διάρκεια του χειρουργείου (αστιγματικές κερατοτομές, LRIs) είτε με τη χρήση τορικού ενδοφακού, δηλαδή ενός ενδοφακού που διορθώνει ταυτόχρονα και τον αστιγματισμό.

Εκτός από τη βιομετρία, θα χρειαστεί να κάνετε μερικές γενικές εξετάσεις λίγες ημέρες πριν ή την ημέρα του χειρουργείου. Αυτές συνήθως είναι γενική αίματος και ηλεκτροκαρδιογράφημα. Αν παίρνετε χάπια που παρατείνουν την πήξη του αίματος και ανήκουν στην κατηγορία των κουμαρινικών (όπως το Sintrom), θα χρειαστεί να ελέγξετε τον INR (που έτσι κι αλλιώς μετράται περιοδικά στους ασθενείς αυτούς).

Πώς γίνεται το χειρουργείο του καταρράκτη;

Σήμερα η πλειονότητα των επεμβάσεων καταρράκτη γίνεται με τοπική αναισθησία, με την απλή εφαρμογή αναισθητικών σταγόνων, χωρίς να χρειάζεται ένεση αναισθητικού. Η τεχνική που εφαρμόζεται ονομάζεται φακοθρυψία και χρησιμοποιεί υπερήχους για να θρυμματίσει τον καταρρακτικό φακό. Η τομή που γίνεται είναι μικρότερη των 3 χιλιοστών. Αφού το υλικό του καταρρακτικού φακού θρυμματιστεί, αναρροφάται με ειδική αντλία που υπάρχει στο μηχάνημα που παράγει τους υπερήχους. Στην θέση του καταρρακτικού φακού τοποθετείται, μέσω της ίδιας μικρής τομής, ο ενδοφακός και στερεώνεται μόνιμα στη θέση του. Η επέμβαση διαρκεί 15-20 λεπτά και τελειώνει χωρίς να χρειάζονται ράμματα.

Μετά την επέμβαση ο ασθενής μπορεί να φύγει από το νοσοκομείο και να πάει στο σπίτι του, όπου και ξεκινά την ενστάλαξη κολλυρίων. Το μάτι παραμένει ανοικτό χωρίς γάζα, αλλά θα πρέπει να προστατεύεται με ένα διάφανο πλαστικό κάλυμμα την πρώτη ημέρα και τα βράδια της πρώτης εβδομάδας κατά τη διάρκεια του ύπνου.

Η βελτίωση της όρασης αρχίζει αρκετές ώρες μετά την επέμβαση και βελτιώνεται προοδευτικά τις επόμενες ημέρες. Η πρώτη εξέταση γίνεται μέσα στις πρώτες τρεις ημέρες και η επόμενη μετά από ένα μήνα, οπότε και συνταγογραφούνται γυαλιά εάν αυτό κριθεί απαραίτητο.

Υπάρχει περίπτωση να ξαναδημιουργηθεί ο καταρράκτης;

Όχι, αλλά σε ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών παρουσιάζεται, έπειτα από μερικούς μήνες, θόλωση της οπίσθιας μεμβάνης του φακού η οποία έχει παραμείνει μετά την αφαίρεση του καταρράκτη. Η θόλωση αυτή χειροτερεύει με τον καιρό και περιορίζει την όραση σημαντικά. Με μια απλή εφαρμογή laser στο κέντρο της μεμβράνης η όραση επανέρχεται άμεσα και πλήρως. Η θεραπεία αυτή γίνεται στα εξωτερικά ιατρεία, είναι ανώδυνη και διαρκεί λίγα λεπτά.

Πότε μπορεί κάποιος να επανέλθει στις ασχολίες του και τι πρέπει να προσέχει μετά την επέμβαση;

Η επούλωση μετά το χειρουργείο του καταρράκτη επιτυγχάνεται με διαφορετικό ρυθμό σε κάθε ασθενή, αλλά οι περισσότεροι βλέπουν αρκετά καλά ώστε να επανέλθουν στις περισσότερες από τις συνήθεις δραστηριότητές τους την επόμενη κιόλας ημέρα. Άμεσα μετά το χειρουργείο ξεκινά η ενστάλαξη ενός μικτού αντιβιοτικού και κορτιζονούχου κολλυρίου για 4 εβδομάδες για να αποφευχθεί η μόλυνση και να μειωθεί η μετεγχειρητική φλεγμονή.

Ο ασθενής θα πρέπει να αποφύγει τις πρώτες εβδομάδες το τρίψιμο του χειρουργημένου οφθαλμού, την άρση σημαντικού βάρους και οποιαδήποτε ασχολία σε σκονισμένους και βρώμικους χώρους. Επιπλέον, είναι σκόπιμη η αποφυγή νερού στα μάτια, ιδιαίτερα την πρώτη εβδομάδα. Τέλος, είναι ευνόητο ότι θα πρέπει να αποφευχθεί κάθε χτύπημα στον χειρουργημένο οφθαλμό.

Τι επιτυχία έχει το χειρουργείο του καταρράκτη;

Το ποσοστό επιτυχίας της εγχείρησης του καταρράκτη είναι πολύ υψηλό ξεπερνώντας το 97%.

Το τελικό αποτέλεσμα, δηλαδή το πόσο καλά θα βλέπει ο ασθενής, εξαρτάται και από την γενικότερη κατάσταση του οφθαλμού. Αν ο βυθός του ματιού ή η οπτική οδός έχουν υποστεί βλάβες από άλλες παθήσεις όπως π.χ. γλαύκωμα, σακχαρώδη διαβήτη ή ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς, τότε αυτό θα έχει επιπτώσεις και στην τελική όραση του ασθενούς.

ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΕΡΑΤΟΚΩΝΟΥ

Υπάρχουν αρκετές θεωρίες σχετικά με τις αιτίες του κερατόκωνου ωστόσο καμία από αυτές δεν μπορεί να εξηγήσει εξ ολοκλήρου την εμφάνιση του. Η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι προκαλείται από έναν συνδυασμό παραγόντων, με τη γενετική και το περιβάλλον να παίζουν τον πιο σημαντικό ρόλο. Επειδή ένα υψηλό ποσοστό ασθενών με κερατόκωνο εμφανίζει συγχρόνως ατοπικά νοσήματα όπως η αλλεργική επιπεφυκίτιδα, το έντονο τρίψιμο των ματιών λόγω κνησμού θεωρείται επιβαρυντικός παράγοντας για την εξέλιξή του. Πρόσφατα όμως ο διακεκριμένος γάλλος οφθαλμίατρος DamienGatinel διατύπωσε την άποψη ότι το έντονο και χρόνιο τρίψιμο των ματιών είναι ο αναγκαίος και κύριος αιτιολογικός παράγοντας και όχι απλώς ένας από τους παράγοντες κινδύνου στην εξέλιξη του κερατόκωνου. Σύμφωνα με τη λεγόμενη “norub–nocone” θέση, ο κερατόκωνος δεν είναι μία κληρονομούμενη πάθηση του κερατοειδικού στρώματος αλλά το αποτέλεσμα της μόνιμης παραμόρφωσης του στρώματος του κερατοειδούς ως συνέπεια του χρόνιου τριψίματος ματιών με ευάλωτους κερατοειδείς. Για να υποστηρίξει αυτήν τη θέση, ο Gatinelσημειώνει ότι η κερατοειδική παραμόρφωση στον κερατόκωνο είναι ισομετρική και όχι εκτατική, δηλαδή δεν αλλάζει στην πραγματικότητα το μήκος της επιφάνειας του κερατοειδούς. Η περιοχή προβολής του κερατοειδούς συνοδεύεται με περιοχές επιπέδωσης, διατηρώντας έτσι το μήκος της κερατοειδικής επιφάνειας σταθερό, τουλάχιστον στα πρώιμα και μέσα στάδια της πάθησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε παθήσεις του ανθρώπινου σώματος όπως το σύνδρομο Marfan,όπουέχουμε ελάττωση της κολλαγονικής ισχύος και πραγματικήεκτατική παραμόρφωση των ιστών, όχι μόνο δεν υπάρχει αυξημένη συχνότητα κερατόκωνου αλλά αντιθέτως,αν και λεπτότεροι, αυτοί οι κερατοειδείς είναι συνήθως πιο επίπεδοι από το μέσο όρο. Η θέση αυτή καταλήγει στο ότι η εξέλιξη του κερατόκωνου μπορεί να αποτραπεί αν αυτοί οι ασθενείς σταματήσουν να τρίβουν τα μάτια τους. Το κατά πόσο αυτή η θεωρία είναι σωστή θα φανεί στο μέλλον, το σίγουρο όμως είναι ότι αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς την κατανόηση της παθοφυσιολογίας του κερατόκωνου.

Back to Top