ΕΠΙΠΕΦΥΚΙΤΙΔΑ

Τι είναι η επιπεφυκίτιδα;

Ο βλεννογόνος υμένας που επενδύει την εξωτερική επιφάνεια του ματιού (εκτός από την περιοχή μπροστά από την ίριδα) και την εσωτερική επιφάνεια των βλεφάρων ονομάζεται επιπεφυκότας. Η φλεγμονή ή λοίμωξη αυτού του υμένα ονομάζεται επιπεφυκίτιδα.

Τι προκαλεί την επιπεφυκίτιδα;

Υπάρχουν πολλά αίτια που προκαλούν επιπεφυκίτιδα:

Ποιά είναι τα συμπτώματα της επιπεφυκίτιδας;

Τα περισσότερα συμπτώματα είναι κοινά αλλά ή ένταση τους εξαρτάται από την αιτία της επιπεφυκίτιδας:

ΒΑΚΤΗΡΙΑΚΗ ΕΠΙΠΕΦΥΚΙΤΙΔΑ

Η βακτηριακή επιπεφυκίτιδα οφείλεται συνήθως σε κοινά βακτήρια όπως ο σταφυλόκοκκος, ο στρεπτόκοκκος και ο αιμόφιλος. Είναι μια συχνή λοίμωξη που μπορεί να συμβεί σε κάθε ηλικία ακόμα και στα νεογνά. Προδιαθετικοί παράγοντες είναι η χρήση φακών επαφής, η χρόνια δακρυοκυστίτιδα, η ατοπία, ο σακχαρώδης διαβήτης και τα ανοσολογικά νοσήματα.

Αυτό που χαρακτηρίζει τη βακτηριακή επιπεφυκίτιδα είναι η έντονη ερυθρότητα και οι βλεννοπυώδεις εκκρίσεις. Το πρωί τα βλέφαρα είναι κολλημένα λόγω των αποξηραμένων εκκρίσεων.

Οι περισσότερες περιπτώσεις βακτηριακής επιπεφυκίτιδας υποχωρούν μετά από λίγες μέρες ακόμα και χωρίς θεραπεία, αν η άμυνα του οργανισμού είναι καλή, χωρίς μόνιμες βλάβες. Η χρήση ενός κοινού αντιβιοτικού κολλύριου για μία εβδομάδα επιταχύνει την ίαση και μειώνει τα συμπτώματα.

Ιδιαίτερα επικίνδυνη είναι η επιπεφυκίτιδα που οφείλεται σε γονόκοκκο καθώς και κάθε επιπεφυκίτιδα που συνδυάζεται με επιθηλιακό τραύμα λόγω του κινδύνου βακτηριακής κερατίτιδας που μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη απώλεια όρασης.

ΙΟΓΕΝΗΣ ΕΠΙΠΕΦΥΚΙΤΙΔΑ

Η ιογενής επιπεφυκίτιδα οφείλεται σε αδενοϊό (ιός που προκαλεί το κοινό κρυολόγημα) και είναι άκρως μεταδοτική. Ο ιός μεταδίδεται πολύ εύκολα με άμεση σωματική επαφή και έχει την ικανότητα να παραμείνει ζωντανός επάνω σε επιφάνειες και αντικείμενα για μέρες και να προκαλέσει μόλυνση. Είναι σκόπιμο να περιορίζεται η στενή επαφή με τον πάσχοντα και να παίρνονται συγκεκριμένα μέτρα προφύλαξης όπως το συχνό πλύσιμο των χεριών, αποφυγή επαφής των χεριών με τα μάτια και χρήση διαφορετικών πετσετών προσώπου και μαξιλαροθηκών.

Συνήθως προσβάλλεται ο ένας οφθαλμός και μερικές μέρες μετά ακολουθεί ο άλλος. Η νόσος διαρκεί 2-3 εβδομάδες και έχει πολύ έντονα συμπτώματα. Είναι σημαντική η συχνή παρακολούθηση του ασθενή από τον οφθαλμίατρό του σε αυτή τη φάση γιατί συχνά δημιουργούνται ψευδομεμβράνες στην επιφάνεια του επιπεφυκότα που αν δεν αφαιρεθούν μπορούν να αφήσουν μόνιμες βλάβες.

Στην οξεία φάση ο στόχος της θεραπείας είναι η μείωση των συμπτωμάτων μέχρι να αυτοιαθεί η νόσος όπως συμβαίνει και με το απλό κρυολόγημα. Δεν υπάρχουν αντιβιοτικά που είναι αποτελεσματικά έναντι του αδενοιού. Χρησιμοποιούνται:

Συχνά η οξεία φάση ακολουθείται, μετά από ένα με δύο μήνες, από την εμφάνιση υποεπιθηλιακών διηθήσεων στον κερατοειδή με αποτέλεσμα τη θόλωση της όρασης. Αυτές οι διηθήσεις είναι αποτέλεσμα της ανοσολογικής αντίδρασης του οργανισμού στα αντιγόνα του ιού και συχνά χρειάζεται η χρήση κορτιζόνης τοπικά για να υφεθούν. Η θεραπεία αυτή μπορεί να χρειαστεί να διαρκέσει καιρό και υπάρχει πιθανότητα παρενεργειών. Για το λόγο αυτόν χρειάζεται συχνή παρακολούθηση από οφθαλμίατρο όσο διαρκεί η θεραπεία αυτή.

ΑΛΛΕΡΓΙΚΗ ΕΠΙΠΕΦΥΚΙΤΙΔΑ

Οι κυριότερες επιπεφυκίτιδες που έχουν αλλεργικό υπόστρωμα είναι:

Οξεία αλλεργική επιπεφυκίτιδα

Η πλέον κοινή μορφή οφθαλμικής αλλεργίας είναι η οξεία αλλεργική επιπεφυκίτιδα και αποτελεί αντίδραση υπερευαισθησίας σε ειδικά αλλεργιογόνα που μεταφέρονται με τον αέρα. Το πιο συχνό αλλεργιογόνο είναι η γύρη των φυτών, αλλά συχνά είναι επίσης και τα ακάρεα της οικιακής σκόνης ή το τρίχωμα των ζώων.

Το χαρακτηριστικό σύμπτωμα της αλλεργικής επιπεφυκίτιδας είναι η έντονη φαγούρα (κνησμός). Η ερυθρότητα των οφθαλμών δεν είναι τόσο έντονη όπως σε άλλες επιπεφυκίτιδες (συχνά ο επιπεφυκότας αποκτά ένα ρoζ χρώμα) και η δακρύρροια είναι έντονη αλλά τα δάκρυα διαυγή. Συχνά συνυπάρχει πρήξιμο στα βλέφαρα και οίδημα στον επιπεφυκότα.

Πολλές φορές οι αλλεργικές εκδηλώσεις των ματιών συνοδεύονται από αλλεργικές εκδηλώσεις άλλων οργάνων, όπως της μύτης με τη μορφή της αλλεργικής ρινίτιδας.

Για την αντιμετώπιση της οξείας αλλεργικής επιπεφυκίτιδας χρησιμοποιούνται:

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τον παράγοντα που μας προκαλεί αλλεργία. Γνωρίζοντας το αλλεργιογόνο μπορούμε να το απομακρύνουμε ή να αποφύγουμε την έκθεσή μας σε αυτό προστατεύοντας τα μάτια μας από την αλλεργική εκδήλωση. Επίσης, η προφυλακτική χρήση κολλυρίων που περιέχουν σταθεροποιητές των μαστοκυττάρων μειώνει σημαντικά την εμφάνιση της αλλεργικής επιπεφυκίτιδας.

Τα αλλεργικά άτομα είναι καλό να επισκέπτονται προληπτικά τον οφθαλμίατρό τους ώστε να προλάβουν και να θεραπεύσουν έγκαιρα τα συμπτώματά τους πριν αυτά γίνουν σημαντικά.

Εαρινή κερατοεπιπεφυκίτιδα

Η εαρινή επιπεφυκίτιδα είναι μια χρόνια φλεγμονή του επιπεφυκότα και είναι πιο συχνή σε περιοχές του κόσμου με θερμό κλίμα. Προσβάλλει και τα δύο μάτια και είναι πιο συχνή στα αγόρια. Εμφανίζεται κατά την παιδική ηλικία και συνεχίζεται μέχρι και την εφηβεία όπου τα συμπτώματα συνήθως μειώνονται ή και εξαφανίζονται αν και σε ένα ποσοστό μέχρι και 10% μπορεί να συνεχιστεί και στην ενήλικη ζωή με μορφή ατοπικής κερατοεπιπεφυκίτιδας. Δεν συμβαίνει μόνο την άνοιξη, όπως το όνομα της προσδιορίζει, αλλά επίσης και το καλοκαίρι ή ακόμα και όλο το χρόνο. Αν και πρόκειται για αλλεργία δεν υπάρχουν συγκεκριμένα αίτια που την προκαλούν. Πολλά παιδιά δεν έχουν ιστορικό ατοπίας και τα αλλεργικά δερματικά τεστ είναι συνήθως αρνητικά.

Πρόκειται για βαριάς μορφής αλλεργία που μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα όρασης. Διακρίνονται δύο μορφές: βλεφαρική και βολβική, με τη δεύτερη να χαρακτηρίζεται από σοβαρότερη προσβολή του κερατοειδούς. Τα συμπτώματα είναι έντονα και περιλαμβάνουν οιδηματώδη βλέφαρα, επίμονο κνησμό, δακρύρροια με εκκρίσεις που μπορεί να είναι βλεννώδεις, φωτοφοβία και θολή όραση. Οι επιπλοκές από τον κερατοειδή (έλκη, νεοαγγείωση και ουλοποίηση) ευθύνονται για τα σοβαρά και μόνιμα προβλήματα όρασης που μπορεί να προκληθούν.

Η θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια των εποχών που υπάρχουν συμπτώματα. Για την αντιμετώπιση της οξείας αλλεργικής κερατοεπιπεφυκίτιδας χρησιμοποιούνται:

Ατοπική κερατοεπιπεφυκίτιδα

Προκειται για μια σοβαρή μορφή αλλεργίας, που συνήθως εμφανίζεται σε νέους ενήλικες, συχνότερα άνδρες. Η πλειοψηφία των ατόμων με ατοπική κερατοεπιπεφυκίτιδα έχουν δερματίτιδα ή και άλλες αλλεργικές παθήσεις όπως η αλλεργική ρινίτιδα και το άσθμα. Στις βαριές περιπτώσεις μπορούν να δημιουργηθούν σοβαρά και μόνιμα προβλήματα στην όραση. Αποτελεί αντίδραση υπερευαισθησίας σε διάφορα αλλεργιογόνα όπως τα ακάρεα της οικιακής σκόνης ή το τρίχωμα των κατοικίδιων ζώων.

Τα συμπτώματα είναι συνήθως όλο το χρόνο και μοιάζουν πολύ με αυτά της εαρινής κερατοεπιπεφυκίτιδας (οιδηματώδη βλέφαρα, επίμονο κνησμό, δακρύρροια με εκκρίσεις που μπορεί να είναι βλεννώδεις, φωτοφοβία και θολή όραση), αλλά όταν υπάρχει εποχιακή επιδείνωση, αυτή συμβαίνει τις περισσότερες φορές κατά τους χειμερινούς μήνες. Και σε αυτήν την πάθηση μπορούν να συμβούν σοβαρές επιπλοκές από τον κερατοειδή (επίμονα επιθηλιακά ελλείμματα, νεοαγγείωση και ουλοποίηση), αλλά και ουλοποίηση του επιπεφυκότα που ευθύνονται για τα μόνιμα προβλήματα όρασης που μπορεί να προκαλέσει. Οι ασθενείς με ατοπική κερατοεπιπεφυκίτιδα βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο οφθαλμικών λοιμώξεων από βακτήρια και έρπητα, καταρράκτη (οφειλόμενο στην συχνά χρησιμοποιούμενη κορτιζόνη αλλά και στην ίδια την ασθένεια), κερατόκωνου ή αποκόλλησης αμφιβληστροειδούς.

Η θεραπεία είναι παρόμοια με αυτήν της εαρινής κερατοεπιπεφυκίτιδας. Η μείωση ή η εξάλειψη της έκθεσης στα διάφορα αλλεργιογόνα έχει τεράστια σημασία για την πρόληψη των υποτροπών. Για την αντιμετώπιση της ατοπικής κερατοεπιπεφυκίτιδας χρησιμοποιούνται:

Γιγαντιαία θηλώδης επιπεφυκίτιδα

Η γιγαντιαία θηλώδης επιπεφυκίτιδα αποτελεί ένα άλλο είδος αλλεργίας που σχετίζεται συνήθως με τη χρήση φακών επαφής αλλά μπορεί να συμβεί και σε περιπτώσεις μηχανικού ερεθισμού του βλεφαρικού επιπεφυκότα από σπασμένα ράμματα ή κακώς τοποθετημένες οφθαλμικές προθέσεις.

Χαρακτηρίζεται από ερεθισμό, αίσθημα ξένου σώματος, βλεννώδεις εκκρίσεις, οφθαλμική ερυθρότητα, καθώς και διόγκωση των θηλών στην έσω επιφάνεια του άνω βλεφάρου.

Το πρώτο στάδιο της θεραπείας περιλαμβάνει την αντιμετώπιση του αιτίου που την προκαλεί και στη συνέχεια τη χρήση αντισταμινικών κολλυρίων αν το υπόβαθρο είναι αλλεργικό. Όταν υπάρχει έντονη φλεγμονή, βοηθάει η χρήση ενός ήπιου κορτιζονούχου κολλυρίου για λίγες ημέρες.

Πρέπει να σημειωθεί ότι τα νεαρά άτομα που χρησιμοποιούν φακούς επαφής είναι εξαιρετικά ευαίσθητα στη γιγαντιαία θηλώδη επιπεφυκίτιδα και για το λόγο αυτό πρέπει να γίνεται τακτικός καθαρισμός των φακών επαφής (ή να προτιμούνται οι ημερήσιοι) και να αποφεύγεται η συνεχόμενη χρήση τους για παραπάνω από μία ημέρα.

ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΕΡΑΤΟΚΩΝΟΥ

Υπάρχουν αρκετές θεωρίες σχετικά με τις αιτίες του κερατόκωνου ωστόσο καμία από αυτές δεν μπορεί να εξηγήσει εξ ολοκλήρου την εμφάνιση του. Η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι προκαλείται από έναν συνδυασμό παραγόντων, με τη γενετική και το περιβάλλον να παίζουν τον πιο σημαντικό ρόλο. Επειδή ένα υψηλό ποσοστό ασθενών με κερατόκωνο εμφανίζει συγχρόνως ατοπικά νοσήματα όπως η αλλεργική επιπεφυκίτιδα, το έντονο τρίψιμο των ματιών λόγω κνησμού θεωρείται επιβαρυντικός παράγοντας για την εξέλιξή του. Πρόσφατα όμως ο διακεκριμένος γάλλος οφθαλμίατρος DamienGatinel διατύπωσε την άποψη ότι το έντονο και χρόνιο τρίψιμο των ματιών είναι ο αναγκαίος και κύριος αιτιολογικός παράγοντας και όχι απλώς ένας από τους παράγοντες κινδύνου στην εξέλιξη του κερατόκωνου. Σύμφωνα με τη λεγόμενη “norub–nocone” θέση, ο κερατόκωνος δεν είναι μία κληρονομούμενη πάθηση του κερατοειδικού στρώματος αλλά το αποτέλεσμα της μόνιμης παραμόρφωσης του στρώματος του κερατοειδούς ως συνέπεια του χρόνιου τριψίματος ματιών με ευάλωτους κερατοειδείς. Για να υποστηρίξει αυτήν τη θέση, ο Gatinelσημειώνει ότι η κερατοειδική παραμόρφωση στον κερατόκωνο είναι ισομετρική και όχι εκτατική, δηλαδή δεν αλλάζει στην πραγματικότητα το μήκος της επιφάνειας του κερατοειδούς. Η περιοχή προβολής του κερατοειδούς συνοδεύεται με περιοχές επιπέδωσης, διατηρώντας έτσι το μήκος της κερατοειδικής επιφάνειας σταθερό, τουλάχιστον στα πρώιμα και μέσα στάδια της πάθησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε παθήσεις του ανθρώπινου σώματος όπως το σύνδρομο Marfan,όπουέχουμε ελάττωση της κολλαγονικής ισχύος και πραγματικήεκτατική παραμόρφωση των ιστών, όχι μόνο δεν υπάρχει αυξημένη συχνότητα κερατόκωνου αλλά αντιθέτως,αν και λεπτότεροι, αυτοί οι κερατοειδείς είναι συνήθως πιο επίπεδοι από το μέσο όρο. Η θέση αυτή καταλήγει στο ότι η εξέλιξη του κερατόκωνου μπορεί να αποτραπεί αν αυτοί οι ασθενείς σταματήσουν να τρίβουν τα μάτια τους. Το κατά πόσο αυτή η θεωρία είναι σωστή θα φανεί στο μέλλον, το σίγουρο όμως είναι ότι αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς την κατανόηση της παθοφυσιολογίας του κερατόκωνου.

Back to Top