ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΗΣ

Τι είναι ο καταρράκτης;

Ο καταρράκτης είναι η θόλωση του φακού του ματιού που υπό φυσιολογικές συνθήκες είναι διαυγής. Ο φακός βρίσκεται ακριβώς πίσω από την κόρη και αποτελεί έναν από τους δύο βασικούς μηχανισμούς εστίασης του ματιού (ο άλλος είναι ο κερατοειδής) . Η θόλωση αυτή του φακού εμποδίζει το φώς να περάσει μέσα στο μάτι μειώνοντας έτσι την όραση. Συνήθως και τα δύο μάτια επηρεάζονται αλλά όχι πάντα στον ίδιο βαθμό.

Τι προκαλεί τον καταρράκτη;

Όλοι αναπτύσσουν κάποια θόλωση του φακού με την ηλικία, οι περισσότεροι άνθρωποι άνω των 60 ετών έχουν κάποιου βαθμού καταρράκτη. Η ηλικία όμως δεν είναι η μοναδική αιτία για την εμφάνιση καταρράκτη.

Στο σχηματισμό καταρράκτη μπορούν να συμβάλλουν:

Ποια είναι τα συμπτώματα του καταρράκτη;

Πως γίνεται η διάγνωση του καταρράκτη;

Οι εξετάσεις για τη διάγνωση του καταρράκτη είναι αρχικά η εξέταση οπτικής οξύτητας και στη συνέχεια η εξέταση με σχισμοειδή λυχνία. Ο οφθαλμίατρος θα χρησιμοποιήσει σταγόνες για να διαστείλει την κόρη του ματιού σας με σκοπό να εξετάσει το φακό για σημεία καταρράκτη και μετά το πίσω μέρος του ματιού σας (που ονομάζεται αμφιβληστροειδής) για να αποκλείσει άλλη παθολογία. Λόγω της χρήσης των σταγόνων η όρασή σας μπορεί να παραμείνει θολή για αρκετές ώρες δυσκολεύοντας το διάβασμα και την οδήγηση.

Μπορούμε να εμποδίσουμε την εξέλιξη του καταρράκτη;

Είναι πιθανό να μπορούμε να καθυστερήσουμε την εμφάνιση και την εξέλιξη του εάν:

Πότε και πώς πρέπει να θεραπεύεται ο καταρράκτης;

Όταν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα του καταρράκτη, η όραση μπορεί να βελτιώνεται με τη χρήση καινούργιων γυαλιών. Αν ο ασθενής είναι ικανοποιημένος με την όραση που επιτυγχάνεται και ο καταρράκτης δεν είναι σημαντικός, δεν χρειάζεται θεραπεία σε αυτό το σημείο. Αν η όραση δεν είναι ικανοποιητική ή ο καταρράκτης είναι σημαντικός, η σωστή και μόνη θεραπεία είναι η χειρουργική αφαίρεση του. Η παλιά άποψη ότι ο καταρράκτης πρέπει να ωριμάσει για να αφαιρεθεί δεν ισχύει στη σύγχρονη χειρουργική αντιμετώπισή του, τουναντίον αυτό εγκυμονεί περισσότερους διεγχειρητικούς κινδύνους.

ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΕΡΑΤΟΚΩΝΟΥ

Υπάρχουν αρκετές θεωρίες σχετικά με τις αιτίες του κερατόκωνου ωστόσο καμία από αυτές δεν μπορεί να εξηγήσει εξ ολοκλήρου την εμφάνιση του. Η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι προκαλείται από έναν συνδυασμό παραγόντων, με τη γενετική και το περιβάλλον να παίζουν τον πιο σημαντικό ρόλο. Επειδή ένα υψηλό ποσοστό ασθενών με κερατόκωνο εμφανίζει συγχρόνως ατοπικά νοσήματα όπως η αλλεργική επιπεφυκίτιδα, το έντονο τρίψιμο των ματιών λόγω κνησμού θεωρείται επιβαρυντικός παράγοντας για την εξέλιξή του. Πρόσφατα όμως ο διακεκριμένος γάλλος οφθαλμίατρος DamienGatinel διατύπωσε την άποψη ότι το έντονο και χρόνιο τρίψιμο των ματιών είναι ο αναγκαίος και κύριος αιτιολογικός παράγοντας και όχι απλώς ένας από τους παράγοντες κινδύνου στην εξέλιξη του κερατόκωνου. Σύμφωνα με τη λεγόμενη “norub–nocone” θέση, ο κερατόκωνος δεν είναι μία κληρονομούμενη πάθηση του κερατοειδικού στρώματος αλλά το αποτέλεσμα της μόνιμης παραμόρφωσης του στρώματος του κερατοειδούς ως συνέπεια του χρόνιου τριψίματος ματιών με ευάλωτους κερατοειδείς. Για να υποστηρίξει αυτήν τη θέση, ο Gatinelσημειώνει ότι η κερατοειδική παραμόρφωση στον κερατόκωνο είναι ισομετρική και όχι εκτατική, δηλαδή δεν αλλάζει στην πραγματικότητα το μήκος της επιφάνειας του κερατοειδούς. Η περιοχή προβολής του κερατοειδούς συνοδεύεται με περιοχές επιπέδωσης, διατηρώντας έτσι το μήκος της κερατοειδικής επιφάνειας σταθερό, τουλάχιστον στα πρώιμα και μέσα στάδια της πάθησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε παθήσεις του ανθρώπινου σώματος όπως το σύνδρομο Marfan,όπουέχουμε ελάττωση της κολλαγονικής ισχύος και πραγματικήεκτατική παραμόρφωση των ιστών, όχι μόνο δεν υπάρχει αυξημένη συχνότητα κερατόκωνου αλλά αντιθέτως,αν και λεπτότεροι, αυτοί οι κερατοειδείς είναι συνήθως πιο επίπεδοι από το μέσο όρο. Η θέση αυτή καταλήγει στο ότι η εξέλιξη του κερατόκωνου μπορεί να αποτραπεί αν αυτοί οι ασθενείς σταματήσουν να τρίβουν τα μάτια τους. Το κατά πόσο αυτή η θεωρία είναι σωστή θα φανεί στο μέλλον, το σίγουρο όμως είναι ότι αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς την κατανόηση της παθοφυσιολογίας του κερατόκωνου.

Back to Top