ΚΕΡΑΤΟΕΙΔΗΣ

Τι είναι ο κερατοειδής;

Ο κερατοειδής χιτώνας είναι το διαφανές πρόσθιο τμήμα του ματιού. Αν φανταστείτε ότι το μάτι είναι μία φωτογραφική μηχανή, ο κερατοειδής αντιστοιχεί στον φακό που βρίσκεται στο μπροστινό μέρος της. Η ονομασία του προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη "κέρας" (κέρατο) και σημαίνει “αυτός που μοιάζει σε σκληρότητα με το κέρατο”. Η διάμετρός του είναι περίπου 12 mm και το πάχος του 0.5 - 0.6mm (500 - 600 microns) στο κέντρο και 0.6 - 0.8 mm στην περιφέρεια.

Βασική του λειτουργία, μαζί με τον φακό του ματιού, είναι η διάθλαση των ακτίνων του φωτός και η εστίασή τους στον αμφιβληστροειδή χιτώνα, που βρίσκεται στο πίσω μέρος του ματιού (στον παραλληλισμό με τη φωτογραφική μηχανή που αναφέρθηκε πιό πάνω, ο αμφιβληστροειδής αντιστοιχεί στο φίλμ). Σε αυτήν τη λειτουργία, ο κερατοειδής συνεισφέρει περίπου τα 2/3 και ο φακός το 1/3, αλλά σε αντίθεση με τον τελευταίο, η διαθλαστική του ισχύς δεν μεταβάλλεται ανάλογα με την απόσταση που έχει το αντικειμένο που παρατηρούμε.

Επειδή για την διαθλαστική του λειτουργία είναι απαραίτητη η διαφάνεια, ο κερατοειδής χιτώνας δεν έχει αιμοφόρα αγγεία. Παίρνει το οξυγόνο και τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά από τα δάκρυα, μέσω της εξωτερικής του επιφάνειας, και από το υγρό που βρίσκεται στο εσωτερικό του ματιού (υδατοειδές υγρό), μέσω της εσωτερικής του επιφάνειας. Για να παραμείνει διαφανής ο κερατοειδής είναι απαραίτητο να διατηρείται σταθερή η περιεκτικότητά του σε νερό. Αυτό επιτυγχάνεται χάρη στη λειτουργία ειδικών κυττάρων που βρίσκονται στην εσωτερική επιφάνειά του και ονομάζονται ενδοθηλιακά κύτταρα.

Ο κερατοειδής χιτώνας έχει ένα πολύ πυκνό δίκτυο αισθητήριων νευρικών απολήξεων, ιδιαίτερα κάτω από την επιθηλιακή στιβάδα, και σε αυτό οφείλεται ο έντονος πόνος που προκαλείται με τον τραυματισμό του. Είναι χαρακτηριστικό ότι η πυκνότητα των υποδοχέων πόνου στον κερατοειδή χιτώνα είναι 300-600 φορές μεγαλύτερη από αυτήν του δέρματος. Το άγγιγμα του κερατοειδούς προκαλεί το βλεφαρικό αντανακλαστικό, ένα άμεσο κλείσιμο των βλεφάρων με σκοπό την προστασία του. Οι νευρικές απολήξεις επιτελούν και "τροφικό" ρόλο για τον κερατοειδή, απαραίτητο για τη διατήρηση της επιθηλιακής στιβάδας. Η απώλεια αυτής της λειτουργίας, όπως συμβαίνει π.χ. στην ερπητική κερατίτιδα, οδηγεί σε διάσπαση του επιθηλίου και, σε προχωρημένα στάδια, στα λεγόμενα "νευροτροφικά έλκη".

Η έλλειψη αιμοφόρων αγγείων και η παρουσία πολύπλοκων μηχανισμών ανοσολογικής καταστολής δίνουν στον κερατοειδή ένα ανοσοποιητικό “προνόμιο”. Η ύπαρξη αυτού του προνομίου είναι πολύ σημαντική για την επιτυχία των μεταμοσχεύσεων του κερατοειδούς και δίνει τη δυνατότητα αποφυγής των συστημικών φαρμάκων ανοσοκαταστολής σε αυτές, γλυτώνοντας έτσι τον ασθενή από τις πολλές και σημαντικές παρενέργειες που αυτά προκαλούν.

Ο κερατοειδής έχει 5 στρώματα. Αυτά από μπροστά προς τα πίσω είναι τα εξής :

Πίσω από τον κερατοειδή βρίσκεται η ίριδα και ο κρυσταλλοειδής φακός του ματιού. Ο χώρος μεταξύ του κερατοειδούς και του ιριδοφακικού διαφράγματος ονομάζεται πρόσθιος θάλαμος και είναι γεμάτος με το υδατοειδές υγρό που παράγεται από το ακτινωτό σώμα.

ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΕΡΑΤΟΚΩΝΟΥ

Υπάρχουν αρκετές θεωρίες σχετικά με τις αιτίες του κερατόκωνου ωστόσο καμία από αυτές δεν μπορεί να εξηγήσει εξ ολοκλήρου την εμφάνιση του. Η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι προκαλείται από έναν συνδυασμό παραγόντων, με τη γενετική και το περιβάλλον να παίζουν τον πιο σημαντικό ρόλο. Επειδή ένα υψηλό ποσοστό ασθενών με κερατόκωνο εμφανίζει συγχρόνως ατοπικά νοσήματα όπως η αλλεργική επιπεφυκίτιδα, το έντονο τρίψιμο των ματιών λόγω κνησμού θεωρείται επιβαρυντικός παράγοντας για την εξέλιξή του. Πρόσφατα όμως ο διακεκριμένος γάλλος οφθαλμίατρος DamienGatinel διατύπωσε την άποψη ότι το έντονο και χρόνιο τρίψιμο των ματιών είναι ο αναγκαίος και κύριος αιτιολογικός παράγοντας και όχι απλώς ένας από τους παράγοντες κινδύνου στην εξέλιξη του κερατόκωνου. Σύμφωνα με τη λεγόμενη “norub–nocone” θέση, ο κερατόκωνος δεν είναι μία κληρονομούμενη πάθηση του κερατοειδικού στρώματος αλλά το αποτέλεσμα της μόνιμης παραμόρφωσης του στρώματος του κερατοειδούς ως συνέπεια του χρόνιου τριψίματος ματιών με ευάλωτους κερατοειδείς. Για να υποστηρίξει αυτήν τη θέση, ο Gatinelσημειώνει ότι η κερατοειδική παραμόρφωση στον κερατόκωνο είναι ισομετρική και όχι εκτατική, δηλαδή δεν αλλάζει στην πραγματικότητα το μήκος της επιφάνειας του κερατοειδούς. Η περιοχή προβολής του κερατοειδούς συνοδεύεται με περιοχές επιπέδωσης, διατηρώντας έτσι το μήκος της κερατοειδικής επιφάνειας σταθερό, τουλάχιστον στα πρώιμα και μέσα στάδια της πάθησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε παθήσεις του ανθρώπινου σώματος όπως το σύνδρομο Marfan,όπουέχουμε ελάττωση της κολλαγονικής ισχύος και πραγματικήεκτατική παραμόρφωση των ιστών, όχι μόνο δεν υπάρχει αυξημένη συχνότητα κερατόκωνου αλλά αντιθέτως,αν και λεπτότεροι, αυτοί οι κερατοειδείς είναι συνήθως πιο επίπεδοι από το μέσο όρο. Η θέση αυτή καταλήγει στο ότι η εξέλιξη του κερατόκωνου μπορεί να αποτραπεί αν αυτοί οι ασθενείς σταματήσουν να τρίβουν τα μάτια τους. Το κατά πόσο αυτή η θεωρία είναι σωστή θα φανεί στο μέλλον, το σίγουρο όμως είναι ότι αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς την κατανόηση της παθοφυσιολογίας του κερατόκωνου.

Back to Top