ΚΕΡΑΤΟΠΑΘΕΙΕΣ

Οι κερατοπάθειες είναι νοσήματα του κερατοειδούς που δεν έχουν φλεγμονώδη αιτιολογία, σε αντίθεση με τις κερατίτιδες, όπου η φλεγμονή αποτελεί την αιτία της παθολογίας του κερατοειδούς. Αυτό δεν σημαίνει ότι στις κερατοπάθειες δεν παρατηρείται φλεγμονή αλλά αυτή είναι δευτερογενής, δηλαδή αποτέλεσμα της πάθησης και όχι η αιτία της.

Η φυσαλιδώδης κερατοπάθεια περιγράφεται χωριστά, σε άλλο σημείο αυτού του ιστότοπου.

ΝΕΥΡΟΤΡΟΦΙΚΗ ΚΕΡΑΤΟΠΑΘΕΙΑ

Για να διατηρείται υγιής η οφθαλμική επιφάνεια του κερατοειδούς είναι απαραίτητη η φυσιολογική αισθητικότητα της. Ο κερατοειδής χιτώνας έχει ένα πολύ πυκνό δίκτυο αισθητήριων νευρικών απολήξεων, ιδιαίτερα κάτω από την επιθηλιακή στιβάδα. Το άγγιγμα του κερατοειδούς προκαλεί το βλεφαρικό αντανακλαστικό, δηλαδή το άμεσο κλείσιμο των βλεφάρων με σκοπό την προστασία του. Οι νευρικές αυτές απολήξεις επιτελούν και "τροφικό" ρόλο, απαραίτητο για τη διατήρηση της επιθηλιακής στιβάδας. Η απώλεια αυτής της λειτουργίας οδηγεί σε διάσπαση του επιθηλίου και, σε προχωρημένα στάδια, στη λεγόμενη νευροτροφική κερατοπάθεια.

Ποιές είναι οι αιτίες;

Η πιο συχνή αιτία είναι η ερπητική κερατίτιδα. Άλλες αιτίες είναι:

Ποιά είναι τα συμπτώματα;

Τα συμπτώματα της νευροτροφικής κερατοπάθειας είναι ίδια με αυτά του επιθηλιακού ελλείμματος του κερατοειδούς (ερυθρότητα, θόλωση της όρασης, βλεννώδεις εκκρίσεις) χωρίς όμως πόνο, αίσθημα ξένου σώματος ή δακρύρροια λόγω της απώλειας της αισθητικότητας, γεγονός που καθησυχάζει αρχικά πολλές φορές τους ασθενείς και καθυστερεί την επίσκεψη τους στον οφθαλμίατρο. Για τον ίδιο λόγο οι, αρχικά, μικρές αλλοιώσεις στην επιφάνεια του κερατοειδούς μπορεί να εξελιχθούν σε μεγάλο επιθηλιακό έλλειμμα και αυτό, με τη σειρά του, σε βαθύ κερατοειδικό έλκος χωρίς μεγάλες αλλαγές στα συμπτώματα του ασθενούς. Απότομη επιδείνωση των συμπτωμάτων συνήθως σημαίνει μικροβιακή επιμόλυνση του επιθηλιακού ελλείμματος ή, σπάνια, διάτρηση του κερατοειδούς. Αν η θεραπεία καθυστερήσει, ακόμη και αν αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά, συνήθως παραμένει κάποιου βαθμού απώλεια όρασης που οφείλεται στην ουλοποίηση του κερατοειδούς.

Ποιά είναι η θεραπεία;

Σύντομα θα είναι διαθέσιμη θεραπεία με ανασυνδυασμένο ανθρώπινο νευρικό αυξητικό παράγοντα (recombinant human nerve growth factor), που φαίνεται να είναι πολύ αποτελεσματική μετά τις κλινικές έρευνες που έγιναν.

ΚΕΡΑΤΟΠΑΘΕΙΑ ΛΟΓΩ ΕΚΘΕΣΗΣ

Η κερατοπάθεια από έκθεση είναι το αποτέλεσμα ανεπαρκούς κλεισίματος των βλεφάρων κατά τον βλεφαρισμό, με αποτέλεσμα την συνεχή έκθεση του κερατοειδούς. Η αδυναμία αναπλήρωσης της δακρυικής στιβάδας κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά και οι τραυματισμοί του ακάλυπτου κερατοειδούς κατά τη διάρκεια της νύχτας, οδηγούν σε συνεχή φθορά της επιφάνειάς του. Αρχικά εμφανίζονται επιθηλιακά ελλείμματα που, αν δεν αντιμετωπισθούν, μπορεί να εξελιχθούν σε στρωματικά έλκη που, αν επιδεινωθούν, μπορεί να οδηγήσουν ακόμη και σε διάτρηση του κερατοειδούς.

Ποιές είναι οι αιτίες;

Ποιά είναι τα συμπτώματα;

Η χαρακτηριστική εικόνα της βλεφαρικής σχισμής (άνοιγμα μεταξύ άνω και κάτω βλεφάρου) που παραμένει ανοιχτή, παρά την προσπάθεια για σφιχτό κλείσιμο των βλεφάρων, ονομάζεται λαγόφθαλμος. Λόγω της έκθεσης του κερατοειδούς, η εικόνα αυτή συνοδεύεται από τα γενικά συμπτώματα του επιφανειακού κερατοειδικού τραυματισμού, όπως ερυθρότητα του οφθαλμού, δακρύροια, βλεννώδεις εκκρίσεις, φωτοφοβία, πόνος και θόλωση της όρασης. Απότομη επιδείνωση των συμπτωμάτων με πυώδεις εκκρίσεις και έντονο πόνο συνήθως σημαίνει μικροβιακή επιμόλυνση του έλκους που, αν δεν αντιμετωπισθεί έγκαιρα και αποτελεσματικά, μπορεί να οδηγήσει σε διάτρηση του κερατοειδούς μέσα σε λίγες ημέρες. Αν η θεραπεία καθυστερήσει, ακόμη και αν είναι αποτελεσματική, συνήθως παραμένει κάποιου βαθμού απώλεια όρασης, λόγω της ουλοποίησης του κερατοειδούς που έχει ήδη συντελεστεί.

Ποιά είναι η θεραπεία;

Αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία στην αντιμετώπιση της κερατοπάθειας από έκθεση, είναι η αντιμετώπιση της αιτίας που τη δημιούργησε. Αν η αιτία είναι ιάσιμη και η βλάβη αναστρέψιμη, μέχρι να αντιμετωπισθεί χρησιμοποιούνται υποστηρικτικά:

Αν η βλάβη που προκάλεσε την κερατοπάθεια είναι μόνιμη και μη αναστρέψιμη, συνήθως χρειάζεται μόνιμο κλείσιμο τμήματος της βλεφαρικης σχισμής (κεντρική ή πλάγια ταρσορραφή) σε συνδυασμό με άλλες μικροεπεμβάσεις, όπως για παράδειγμα την τοποθέτηση βαριδίων στο άνω βλέφαρο.

ΖΩΝΟΕΙΔΗΣ ΚΕΡΑΤΟΠΑΘΕΙΑ

Η ζωνοειδής κερατοπάθεια είναι εκφυλιστική πάθηση του κερατοειδούς στην οποία εναποτίθενται άλατα ασβεστίου στις επιφανειακές στιβάδες, κυρίως στη στιβάδα του Bowman. Στην αρχή δεν επηρεάζεται η επιφανειακή συμμετρία του επιθηλίου γιατί η εναπόθεση των αλάτων δεν προκαλεί σημαντική πάχυνση και το μοναδικό σύμπτωμα είναι η μείωση της όρασης λόγω θόλωσης του κερατοειδούς. Σε πιο προχωρημένα στάδια, όμως, η εναπόθεση των αλάτων είναι εντονότερη και οδηγεί στη δημιουργία διάσπαρτων υποεπιθηλιακών μικροπλακιδίων ασβεστίου. Λόγω αυτών των πλακιδίων, το υπερκείμενο επιθήλιο του κερατοειδούς χάνει την επιφανειακή του ομαλότητα και φθείρεται κατά την φυσιολογική κίνηση των βλεφάρων. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη χαλάρωση της σύνδεσής του με τις υποκείμενες στιβάδες, έχει ως αποτέλεσμα τη συχνή εμφάνιση επιθηλιακών ελλειμμάτων που επουλώνονται δύσκολα.

Ποιές είναι οι αιτίες;

Ποιά είναι τα συμπτώματα;

Ποιά είναι η θεραπεία;

ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΕΡΑΤΟΚΩΝΟΥ

Υπάρχουν αρκετές θεωρίες σχετικά με τις αιτίες του κερατόκωνου ωστόσο καμία από αυτές δεν μπορεί να εξηγήσει εξ ολοκλήρου την εμφάνιση του. Η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι προκαλείται από έναν συνδυασμό παραγόντων, με τη γενετική και το περιβάλλον να παίζουν τον πιο σημαντικό ρόλο. Επειδή ένα υψηλό ποσοστό ασθενών με κερατόκωνο εμφανίζει συγχρόνως ατοπικά νοσήματα όπως η αλλεργική επιπεφυκίτιδα, το έντονο τρίψιμο των ματιών λόγω κνησμού θεωρείται επιβαρυντικός παράγοντας για την εξέλιξή του. Πρόσφατα όμως ο διακεκριμένος γάλλος οφθαλμίατρος DamienGatinel διατύπωσε την άποψη ότι το έντονο και χρόνιο τρίψιμο των ματιών είναι ο αναγκαίος και κύριος αιτιολογικός παράγοντας και όχι απλώς ένας από τους παράγοντες κινδύνου στην εξέλιξη του κερατόκωνου. Σύμφωνα με τη λεγόμενη “norub–nocone” θέση, ο κερατόκωνος δεν είναι μία κληρονομούμενη πάθηση του κερατοειδικού στρώματος αλλά το αποτέλεσμα της μόνιμης παραμόρφωσης του στρώματος του κερατοειδούς ως συνέπεια του χρόνιου τριψίματος ματιών με ευάλωτους κερατοειδείς. Για να υποστηρίξει αυτήν τη θέση, ο Gatinelσημειώνει ότι η κερατοειδική παραμόρφωση στον κερατόκωνο είναι ισομετρική και όχι εκτατική, δηλαδή δεν αλλάζει στην πραγματικότητα το μήκος της επιφάνειας του κερατοειδούς. Η περιοχή προβολής του κερατοειδούς συνοδεύεται με περιοχές επιπέδωσης, διατηρώντας έτσι το μήκος της κερατοειδικής επιφάνειας σταθερό, τουλάχιστον στα πρώιμα και μέσα στάδια της πάθησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε παθήσεις του ανθρώπινου σώματος όπως το σύνδρομο Marfan,όπουέχουμε ελάττωση της κολλαγονικής ισχύος και πραγματικήεκτατική παραμόρφωση των ιστών, όχι μόνο δεν υπάρχει αυξημένη συχνότητα κερατόκωνου αλλά αντιθέτως,αν και λεπτότεροι, αυτοί οι κερατοειδείς είναι συνήθως πιο επίπεδοι από το μέσο όρο. Η θέση αυτή καταλήγει στο ότι η εξέλιξη του κερατόκωνου μπορεί να αποτραπεί αν αυτοί οι ασθενείς σταματήσουν να τρίβουν τα μάτια τους. Το κατά πόσο αυτή η θεωρία είναι σωστή θα φανεί στο μέλλον, το σίγουρο όμως είναι ότι αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς την κατανόηση της παθοφυσιολογίας του κερατόκωνου.

Back to Top