ΦΥΣΑΛΙΔΩΔΗΣ ΚΕΡΑΤΟΠΑΘΕΙΑ

Τι είναι τα ενδοθηλιακά κύτταρα;

Το μπροστινό μέρος του ματιού μας αποτελείται από ένα διαυγές τοίχωμα που ονομάζεται κερατοειδής. Στην οπίσθια επιφάνεια του κερατοειδούς υπάρχει μία μεμβράνη πάνω στη οποία υπάρχει μία στιβάδα κυττάρων τα οποία ονομάζονται ενδοθηλιακά κύτταρα. Αυτά λειτουργούν σαν μία αντλία που ρυθμίζει την περιεκτικότητα του κερατοειδούς σε νερό. Ο αριθμός των κυττάρων αυτών δεν είναι ο ίδιος σε όλους μας και είναι φυσιολογική η αργή μείωση των κυττάρων αυτών με την πάροδο του χρόνου. Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, ο αριθμός των κυττάρων που διαθέτουμε είναι αρκετός για να διατηρήσει διαυγή τον κερατοειδή για όλη μας τη ζωή.

Τι είναι η φυσαλιδώδης κερατοπάθεια;

Αν λόγω ασθένειας ή τραύματος του ματιού υπάρξει επιτάχυνση της απώλειας ή απότομη πτώση στον αριθμό των ενδοθηλιακών κυττάρων, το αποτέλεσμα θα είναι να αυξηθεί η περιεκτικότητα του κερατοειδούς σε νερό. Αν αυτή αυξηθεί πάνω από ένα όριο, ο κερατοειδής διογκώνεται σημαντικά και αρχίζουν να εμφανίζονται πολλές μικρές φυσαλίδες νερού στην επιφάνειά του. Τότε ο κερατοειδής παύει να είναι διαυγής και η όραση θαμπώνει. Αυτή η πάθηση ονομάζεται φυσαλιδώδης κερατοπάθεια.

Ποιές είναι οι αιτίες αυτής της πάθησης;

Οι συνηθέστερες αιτίες που προκαλούν τη φυσαλιδώδη κερατοπάθεια είναι η νόσος του Fuchs (δυστροφία του κερατοειδούς που μπορεί να κληρονομηθεί αν και τις περισσότερες φορές είναι επίκτητη) και ο τραυματισμός της εσωτερικής επιφάνειας του κερατοειδούς μετά από χειρουργική επέμβαση στο εσωτερικό του ματιού (συνήθως μετά από χειρουργείο αφαίρεσης καταρράκτη).

Ποιά είναι τα συμπτώματα;

Το κυριότερο σύμπτωμα είναι η σταδιακή μείωση της όρασης και πολλές φορές οι ασθενείς το περιγράφουν σαν να βλέπουν μέσα από ένα "θαμπό τζάμι". Συχνά η όραση είναι χειρότερη το πρωί και βελτιώνεται αργά το απόγευμα γιατί κατά τη διάρκεια της ημέρας μειώνεται η διόγκωση του κερατοειδούς με την εξάτμιση των δακρύων. Αν η πάθηση αφεθεί να προχωρήσει, οι φυσαλίδες νερού στην επιφάνεια του κερατοειδούς προκαλούν αίσθημα ξένου σώματος και ερεθισμό, ενώ αν αρχίσουν να σπάνε, η κατάσταση γίνεται επώδυνη και επικίνδυνη γιατί μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή μόλυνση και διάτρηση του κερατοειδούς. Στο τελικό στάδιο της νόσου ο κερατοειδής καλύπτεται με νεοαγγεία και ουλοποιείται, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα τη σοβαρή και μόνιμη απώλεια όρασης.

Ποιά είναι η θεραπεία;

Η μόνη θεραπεία που μπορεί να αποκαταστήσει την όραση και να αποτρέψει την εμφάνιση των ανωτέρω επιπλοκών είναι η μεταμόσχευση κερατοειδούς. Μέχρι πρότινος, στους ασθενείς με το πρόβλημα αυτό γινόταν διαμπερής κερατοπλαστική. Σήμερα η ενδεδειγμένη θεραπεία είναι η ενδοθηλιακή μεταμόσχευση κερατοειδούς συνηθέστερα με την τεχνική DSAEK (Descemet Stripping Automated Endothelial Keratoplasty).

Αν δεν υπάρχει δυνατότητα βελτίωσης της όρασης λόγω της ύπαρξης και άλλης οφθαλμικής παθολογίας που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί και προτιμάται η συντηρητική αντιμετώπιση των επιπλοκών, χρησιμοποιούνται τεχνητά δάκρυα σε μορφή γέλης, κολλύριο υπέρτονου αλατούχου διαλύματος και προστατευτικοί φακοί επαφής. Σε πολύ προχωρημένες περιπτώσεις που δεν βελτιώνονται με τα παραπάνω, η αντιμετώπιση είναι χειρουργική με κάλυψη του πάσχοντος κερατοειδή από κρημνό γειτονικού επιπεφυκότα.

ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΕΡΑΤΟΚΩΝΟΥ

Υπάρχουν αρκετές θεωρίες σχετικά με τις αιτίες του κερατόκωνου ωστόσο καμία από αυτές δεν μπορεί να εξηγήσει εξ ολοκλήρου την εμφάνιση του. Η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι προκαλείται από έναν συνδυασμό παραγόντων, με τη γενετική και το περιβάλλον να παίζουν τον πιο σημαντικό ρόλο. Επειδή ένα υψηλό ποσοστό ασθενών με κερατόκωνο εμφανίζει συγχρόνως ατοπικά νοσήματα όπως η αλλεργική επιπεφυκίτιδα, το έντονο τρίψιμο των ματιών λόγω κνησμού θεωρείται επιβαρυντικός παράγοντας για την εξέλιξή του. Πρόσφατα όμως ο διακεκριμένος γάλλος οφθαλμίατρος DamienGatinel διατύπωσε την άποψη ότι το έντονο και χρόνιο τρίψιμο των ματιών είναι ο αναγκαίος και κύριος αιτιολογικός παράγοντας και όχι απλώς ένας από τους παράγοντες κινδύνου στην εξέλιξη του κερατόκωνου. Σύμφωνα με τη λεγόμενη “norub–nocone” θέση, ο κερατόκωνος δεν είναι μία κληρονομούμενη πάθηση του κερατοειδικού στρώματος αλλά το αποτέλεσμα της μόνιμης παραμόρφωσης του στρώματος του κερατοειδούς ως συνέπεια του χρόνιου τριψίματος ματιών με ευάλωτους κερατοειδείς. Για να υποστηρίξει αυτήν τη θέση, ο Gatinelσημειώνει ότι η κερατοειδική παραμόρφωση στον κερατόκωνο είναι ισομετρική και όχι εκτατική, δηλαδή δεν αλλάζει στην πραγματικότητα το μήκος της επιφάνειας του κερατοειδούς. Η περιοχή προβολής του κερατοειδούς συνοδεύεται με περιοχές επιπέδωσης, διατηρώντας έτσι το μήκος της κερατοειδικής επιφάνειας σταθερό, τουλάχιστον στα πρώιμα και μέσα στάδια της πάθησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε παθήσεις του ανθρώπινου σώματος όπως το σύνδρομο Marfan,όπουέχουμε ελάττωση της κολλαγονικής ισχύος και πραγματικήεκτατική παραμόρφωση των ιστών, όχι μόνο δεν υπάρχει αυξημένη συχνότητα κερατόκωνου αλλά αντιθέτως,αν και λεπτότεροι, αυτοί οι κερατοειδείς είναι συνήθως πιο επίπεδοι από το μέσο όρο. Η θέση αυτή καταλήγει στο ότι η εξέλιξη του κερατόκωνου μπορεί να αποτραπεί αν αυτοί οι ασθενείς σταματήσουν να τρίβουν τα μάτια τους. Το κατά πόσο αυτή η θεωρία είναι σωστή θα φανεί στο μέλλον, το σίγουρο όμως είναι ότι αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς την κατανόηση της παθοφυσιολογίας του κερατόκωνου.

Back to Top