ΑΡΘΡΑ

Η "ΕΠΙΔΗΜΙΑ" ΤΗΣ ΜΥΩΠΙΑΣ

H συχνότητα της μυωπίας έχει αυξηθεί ταχύτατα τα τελευταία 30 χρόνια. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υπολογίζει την συχνότητά της στο 23% του πληθυσμού σήμερα και στο 50% μέχρι το έτος 2050. Με το 50% των νέων στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη να είναι μύωπες, δημιουργείται εύλογα το ερώτημα του τι προκαλεί αυτήν την αλματώδη αύξηση. Σήμερα είναι πια αποδεκτό ότι γενετικοί και περιβαλλοντολογικοί παράγοντες αλληλοεπιδρούν στην ανάπτυξη της μυωπίας. Η επίδραση των γονιδίων φαίνεται καθαρά από το ότι η πιθανότητα να γίνουμε μύωπες είναι τρείς φορές μεγαλύτερη όταν και οι δύο γονείς μας είναι μύωπες.

Η επίδραση του περιβάλλοντος προκύπτει από μελέτες που έδειξαν ότι οι δραστηριότητες στην ύπαιθρο έχουν προστατευτική επίδραση στην εκδήλωση της μυωπίας, μειώνοντας την εμφάνιση και την εξέλιξή της σε παιδιά πρώιμης σχολικής ηλικίας. Πιστεύεται ότι υπεύθυνη για αυτό είναι η ορμόνη ντοπαμίνη, τα επίπεδα της οποίας αυξάνονται με το το φώς της ημέρας. Η ντοπαμίνη φαίνεται να έχει αρνητική επίδραση στην επιμήκυνση του οφθαλμού, περιορίζοντας έτσι την εξέλιξη της μυωπίας (κοιτάξτε εδώ).

Ένας άλλος περιβαλλοντολογικός παράγοντας που έχει μελετηθεί είναι η επίδραση της εργασίας σε κοντινή απόσταση. Η συχνή εργασία σε κοντινή απόσταση και για πολλές ώρες, προκαλεί θόλωση της εικόνας που σχηματίζεται στον αμφιβληστροειδή (τον φωτοευαίσθητο χιτώνα που βρίσκεται στο πίσω μέρος του ματιού μας) και αυτό πιστεύεται ότι οδηγεί σε αντισταθμιστική επιμήκυνση του οφθαλμού και άρα εμφάνιση ή αύξηση της μυωπίας.

Έτσι, δεν είναι τυχαίο ότι σε μελέτες που έγιναν σε άτομα με την ίδια γενετική επίδραση για ανάπτυξη μυωπίας, αυτά που είχαν πανεπιστημιακή εκπαίδευση είχαν και μεγαλύτερη συχνότητα μυωπίας σε σχέση με αυτά που είχαν μόνο απολυτήριο λυκείου.

Κλείνοντας, αξίζει να αναφερθεί ότι η Παγκόσμια Εταιρία Παιδιατρικής Οφθαλμολογίας και Στραβισμού (WSPOS) προτείνει τον κανόνα 20-20-20 που σημαίνει: εστίαση σε απόσταση 20 ποδιών (δηλαδή 6 μέτρων) για 20 δευτερόλεπτα κάθε 20 λεπτά εντατικής κοντινής εργασίας, στην προσπάθεια να περιοριστεί η επιδημία που ονομάζεται μυωπία.

Πηγή: EUROTIMES, Noέμβριος 2016

ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΕΡΑΤΟΚΩΝΟΥ

Υπάρχουν αρκετές θεωρίες σχετικά με τις αιτίες του κερατόκωνου ωστόσο καμία από αυτές δεν μπορεί να εξηγήσει εξ ολοκλήρου την εμφάνιση του. Η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι προκαλείται από έναν συνδυασμό παραγόντων, με τη γενετική και το περιβάλλον να παίζουν τον πιο σημαντικό ρόλο. Επειδή ένα υψηλό ποσοστό ασθενών με κερατόκωνο εμφανίζει συγχρόνως ατοπικά νοσήματα όπως η αλλεργική επιπεφυκίτιδα, το έντονο τρίψιμο των ματιών λόγω κνησμού θεωρείται επιβαρυντικός παράγοντας για την εξέλιξή του. Πρόσφατα όμως ο διακεκριμένος γάλλος οφθαλμίατρος DamienGatinel διατύπωσε την άποψη ότι το έντονο και χρόνιο τρίψιμο των ματιών είναι ο αναγκαίος και κύριος αιτιολογικός παράγοντας και όχι απλώς ένας από τους παράγοντες κινδύνου στην εξέλιξη του κερατόκωνου. Σύμφωνα με τη λεγόμενη “norub–nocone” θέση, ο κερατόκωνος δεν είναι μία κληρονομούμενη πάθηση του κερατοειδικού στρώματος αλλά το αποτέλεσμα της μόνιμης παραμόρφωσης του στρώματος του κερατοειδούς ως συνέπεια του χρόνιου τριψίματος ματιών με ευάλωτους κερατοειδείς. Για να υποστηρίξει αυτήν τη θέση, ο Gatinelσημειώνει ότι η κερατοειδική παραμόρφωση στον κερατόκωνο είναι ισομετρική και όχι εκτατική, δηλαδή δεν αλλάζει στην πραγματικότητα το μήκος της επιφάνειας του κερατοειδούς. Η περιοχή προβολής του κερατοειδούς συνοδεύεται με περιοχές επιπέδωσης, διατηρώντας έτσι το μήκος της κερατοειδικής επιφάνειας σταθερό, τουλάχιστον στα πρώιμα και μέσα στάδια της πάθησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε παθήσεις του ανθρώπινου σώματος όπως το σύνδρομο Marfan,όπουέχουμε ελάττωση της κολλαγονικής ισχύος και πραγματικήεκτατική παραμόρφωση των ιστών, όχι μόνο δεν υπάρχει αυξημένη συχνότητα κερατόκωνου αλλά αντιθέτως,αν και λεπτότεροι, αυτοί οι κερατοειδείς είναι συνήθως πιο επίπεδοι από το μέσο όρο. Η θέση αυτή καταλήγει στο ότι η εξέλιξη του κερατόκωνου μπορεί να αποτραπεί αν αυτοί οι ασθενείς σταματήσουν να τρίβουν τα μάτια τους. Το κατά πόσο αυτή η θεωρία είναι σωστή θα φανεί στο μέλλον, το σίγουρο όμως είναι ότι αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς την κατανόηση της παθοφυσιολογίας του κερατόκωνου.

Back to Top